Αξιολόγηση των ΑΕΙ


Μέχρι πρότινος το πανεπιστήμιο στα πλαίσια της αυτονομίας του, θεωρούνταν ένας αυτοξιολογούμενος θεσμός. Από το 2005 όμως σύμφωνα με σχετικό νόμο που ψηφίστηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο αυτή η κατάσταση έρχεται να αλλάξει, στα πλαίσια της προσπάθειας για τη «διασφάλιση και τη βελτίωση της ποιότητας της έρευνας και διδασκαλίας, των σπουδών και των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται από τα πανεπιστήμια  στο πλαίσιο της αποστολής τους.»

 

Έτσι πλέον τα ανώτατα ιδρύματα θα υπόκεινται σε πρώτο στάδιο σε εσωτερική αξιολόγηση ενώ σε δεύτερο στάδιο σε εξωτερική αξιολόγηση από μία ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία  «Αρχή Διασφάλισης της ποιότητας στην Ανώτατη εκπαίδευση»(Α.ΔΙ.Π)

 

Αυτή η ανεξάρτητη αρχή λοιπόν εκτός  από ακαδημαϊκούς και επιστήμονες θα περιλαμβάνει και διοικητικούς υπαλλήλους αλλά ακόμα και άτομα από τον επιχειρηματικό κόσμο-γεγονός που υποδεικνύει και την παρέμβαση του ιδιωτικού τομέα στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

 

Τα κριτήρια δε της  αξιολόγησης όχι μόνο μπορούν να αναθεωρηθούν ανά πάσα ώρα και στιγμή χωρίς κανένα περιορισμό(διάταξη που ελέγχεται και για αντισυνταγματικότητα) αλλά και η αντικειμενικότητά τους είναι η πλέον αμφίβολη. Αν ρίξουμε μια ματιά στο νόμο 3374/2005 διαπιστώνουμε ότι τα κριτήρια αυτά είναι  εν πολλοίς  ποσοτικά: μέσα και υποδομές, αναλογία διδασκόντων και διδασκομένων, ερευνητικές υποδομές όσον αφορά στο πανεπιστήμιο, αριθμός δημοσιεύσεων όσον αφορά στους επιστήμονες κλπ. Ενώ κάποια είναι και γενικά και απροσδιόριστα: απαιτήσεις της κοινωνίας, επικαιρότητα των γνώσεων κλπ.

 

Βλέπουμε λοιπόν μία πλήρως διοικητικού τύπου μορφή αξιολόγησης η οποία αντιλαμβάνεται τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα σαν πλήρως αυτόνομες μονάδες ανεξάρτητες η μία από την άλλη για των οποίων τις δυσλειτουργίες δεν φέρει καμία ευθύνη η κυβερνητική πολιτική (υποχρηματοδότηση, έλλειψη υποδομών και προσωπικού κλπ). Αυτές οι μονάδες πρέπει μέσα από τη διαδικασία της ανταγωνιστικότητας να προωθήσουν το έργο τους να επιδείξουν αριστεία και μόνον έτσι θα καταφέρουν να επιβιώσουν.

 

Η αντίφαση σε αυτή τη λογική είναι ολοφάνερη. Το νομοσχέδιο προσπαθεί να προωθήσει την ανταγωνιστικότητα, χωρίς να υπάρχει από την άλλη καμία δέσμευση για το ποσό που θα δαπανηθεί για την ανώτατη εκπαίδευση, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές μεταξύ των ιδρυμάτων του κέντρου και της περιφέρειας. Τα ιδρύματα της περιφέρειας είναι εξ αρχής καταδικασμένα στη διάλυση και επιπλέον καταδικάζονται οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες που συνήθως δεν εξάγουν έρευνα κερδοφόρα για το κεφάλαιο.

 

Σκοπός λοιπόν του νομοσχεδίου είναι η επιλεκτική χρηματοδότηση  και όχι η βελτίωση της ποιότητας μέσα από τον ανταγωνισμό, η ιεράρχηση και χρηματοδότηση ορισμένων πανεπιστημίων που οδηγεί στη διάλυση του ήδη διαμορφωμένου χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης, η ιεράρχηση των ίδιων των πτυχίων που θα οδηγήσει στην κατάρρευση του εθνικού πτυχίου. 

 

Αξιολόγηση σημαίνει λουκέτο σε ιδρύματα, απώλεια θέσεων εργασίας. Είναι απλά μια δικαιολογία για την σταδιακή αποχώρηση του δημοσίου χρήματος από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ειδικά και συνολικά, που θα σημάνει την πλήρη υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Είναι ένα μέσο ελέγχου και πίεσης από την αγορά στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ για να προσαρμόσουν την λειτουργία τους και το πρόγραμμα σπουδών τους σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου.

 

Η Αξιολόγηση- εσωτερική και εξωτερική-έρχεται για να ελέγξει τα πανεπιστήμια με συγκεκριμένη και μοναδική στόχευση: Την προσαρμογή τους στους κανόνες της αγοράς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s